ΙΣΤΟΡΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΤΡΕΛΛΑΣ

ΑΚ μαθρήτρια 127ου Δρημοτικου Σχολείου Βύθουλα

Ετών 12

2-1-2021

Θέμα: «Πως πέρασα την Πρωτοχρονιά»

Την Πρωτοχρονιά πέρασα χάλια-πέρασα.

Ο Άγιος Βασίλης δεν πρόλαβε να πάρει το δώρο μου από το click away κι έτσι μου έφερε μια σοκοφρέτα από το περίπτερο.

Το απόγευμα μπήκαμε με τους γονείς μου στο αυτοκίνητο και πήγαμε να φάμε στη θεία τη Νίτσα και τον θείο τον Νίτσο (τον θείο τον Νίτσο τον λένε Μάκη αλλά όλοι τον φωνάζουν Νίτσο, γιατί η θεία η Νίτσα τον κάνει ο,τι θέλει και τον έχει σαν νίτσο).

Στο αυτοκίνητο η μαμά άρχισε να στριγγλίζει σαν τρελή, γιατί με τη μάσκα που φορούσε πασαλείφτηκε το κραγιόν της στη μούρη και έγινε σαν δράκουλας .

Εκείνη την ώρα μας σταμάτησε ένα πυροβολικό και ρώτησε τη μαμά γιατι δεν φοράει μάσκα.

 

«Άντε γαμήσου κι εσυ ρε μαλάκα» φώναξε η μαμά κλαίγοντας, και μετά ο μπαμπάς έβγαλε από την τσέπη του 300 ευρώ.

«Κύριε, δεν στείλατε sms» είπε ο πυροβολικός στον μπαμπά και ο μπαμπάς έβγαλε άλλα 300 ευρώ από την τσέπη του.
Στο δρόμο, ο μπαμπάς θυμήθηκε οτι ξέχασε το κουτί με τις πάστες στο σπίτι. Τότε σταματήσαμε στο Σύνταγμα και ο μπαμπάς έβαλε στο αυτοκίνητο μια ζαρντινιέρα με κάτι περίεργα φυτά, για να τα πάμε δώρο.
Στο δρόμο, εφαγα λίγα φυτά από τη ζαρντινιέρα, για να δω πως είναι να τρως φυτά από τη ζαρντινιέρα.
Όταν φτάσαμε στους θείους, τρέξαμε γρήγορα-γρήγορα να φάμε, γιατί στις 10 θα έπρεπε να έχουμε γυρίσει σπίτι μας.
Αλλιώς, θα μας έβαζαν φυλακή. Ή θα μας πυροβολούσαν.
Ο μπαμπάς έτρωγε τόσο γρήγορα, που του στούμπωσε ένα μπούτι χοιρινό στο λαιμό και έγινε κόκκινος σαν πιπεριά.
Εγώ δεν πεινούσα γιατί είχα φάει τη σοκοφρέτα και την πρασινάδα, αλλά η θεία Νίτσα επέμενε. Μόλις έφαγα μια μπουκιά ρώσικη, μου ήρθε ανακατωσούρα και έκανα εμετό.
«Παναγιά μου, η μικρή είναι κοβιντιασμένη» φώναξε η θεία Νίτσα και άρχισε να πασαλείβετε με αντικοβικό και να τρέχει μέσα-έξω σαν παλαβή.
Ο θείος Νίτσος, έκοψε στα γρήγορα τη βασιλόπιτα και άρχισε να μας πετάει από την κουζίνα ένα-ένα τα κομμάτια, για να φύγουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Εμείς τρέχαμε πέρα-δώθε για να τα πιάσουμε.
«Ευτυχώς που βγήκε το εμβόλιο και θα ησυχάσουμε» είπε ο μπαμπάς και έκανε ένα ψηλοκρεμαστό μπλονζόν για να πιάσει το κομμάτι του.
«Εγώ δεν τα μπιστέβω αυτά τα πράματα που θέλουν να μας βάλουν στα εντόσθιά μας» είπε η θεία Νίτσα, και ίσιωσε τα καινούργια βυζια που είχε βάλει στα βυζιά της.
«Ούτε κι εγώ τα μπιστέβω. Θέλουν μας βάλουν ζιπ για να ελέγχουν την τράπουλα» είπε κι ο θείος ο Νίτσος που είχε πτυχίο στην πρέφα.
Ο μπαμπάς ξαναέγινε κόκκινος σαν πιπεριά, η μαμά έβαλε βιαστικά στη τσάντα της τις πίτες και εγώ έκανα έναν ακόμα εμετό. Μετά έγινε καυγάς και μετά κλωτσομπουνίδι. Μετά, φύγαμε.
Στην επιστροφή μας σταμάτησαν πάλι τα πυροβολικά.
Με τον καυγά στο σπίτι, ο μπαμπάς και η μαμά ξέχασαν να στείλουν μήνυμα πριν φύγουμε.
«Άντε γαμήσου κι εσύ ρε μαλάκα» είπε ο μπαμπάς, αυτή τη φορά πιο κόκκινος κι από πιπεριά.
Η μαμά πλήρωσε 300 ευρώ για το πρόστιμο του μπαμπά και 300 ευρώ για το δικό της.
«Με τόσα λεφτά που πληρώσαμε σήμερα σε πρόστιμα, θα χαμε πάει στο Ντουμπάϊ» είπε ο μπαμπάς.
Η μαμά έβγαλε την πίτα και τη φάγαμε.
Το φλουρί ήταν στο κομμάτι του μπαμπά.

(Δεν ξέρω τον δημιουργό αλλά πέθανα στο γέλιο)