Ιστορία της Γαλλίας

Η Ιστορία της Γαλλίας ανάγεται απο την προιστορία οι πρώτοι άνθρωποι εισήλθαν στο χώρο που είναι η σημερινη Γαλλια εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια πριν, ενώ, οι Κρο Μανιόν, έφτασαν περίπου 40.000 χρόνια πριν.
Μεταξύ του 8ου και του 5ου αι. π. Χ. εισέβαλαν στη Γαλλία οι Κέλτες, οι Λιγούριοι και οι Ιβήριοι. Το 58-51 π. Χ. κατακτήθηκε από τον Καίσαρα και χωρίστηκε από τον Αύγουστο σε τρεις νομούς (Ακουιτανικός, Λουσγουνενσικός, Βελγικός). Τον 5ο αι. εισέβαλαν οι Γερμανοί και έγινε έδρα των βασιλείων των Βουργουνδών, των Βησιγότθων και των Φράγκων. Η υπεροχή των τελευταίων, που με τον Κλωθάριο (481-511) προσηλυτίστηκαν στον καθολικισμό και απορρόφησαν τα άλλα δύο βασίλεια, έδωσε ζωή στη Γαλλία ως έθνος. Από το 480 έως το 751 βασίλεψε η μεροβίγγεια δυναστεία, την οποία, με τον Πιπίνο τον Βραχύ, διαδέχτηκε η δυναστεία του Καρλομάγνου. (751-987).

Έγινε κέντρο της Ιερής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Καρλομάγνο και ο εθνικός της πυρήνας αποκαταστάθηκε το 843 με τη συνθήκη του Βέρδουν, με την οποία ανέλαβε την εξουσία ο Κάρολος ο Φαλακρός. Αφού μειώθηκε γρήγορα το βασίλειο εξαιτίας των εισβολών των Σαρακηνών στο νότο και των Νορμανδών στο βορά και λόγω των τοπικών φέουδων, η βασιλική εξουσία επιβεβαιώθηκε με την καπετίγγεια δυναστεία, που τέθηκε υπό την καθοδήγηση της εθνικής ζωής του 13ου αι. με τον Φίλιππο Β΄ Αύγουστο (1180-1223), και στη συνέχεια με το Λουδοβίκο ΙΘ΄ (1226-1270) και το Φίλιππο Δ΄ τον Ωραίο (1285-1314), με μια διπλή μάχη Στο εσωτερικό εναντίον των φεουδαρχών και της Εκκλησίας , και στο εξωτερικό εναντίον της Αγγλίας (ανάκτηση της Νορμανδίας). Ο εκατονταετής πόλεμος εναντίον της Αγγλίας (1334-1453)σήμανε το θρίαμβο αυτής της πολιτικής, το διωγμό των Άγγλων από τα γαλλικά εδάφη και τη γένεση του ενωτικού πατριωτικού πνεύματος, που βρήκε το σύμβολό του στη Ζαν ντ’ Αρκ. Ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ (1461-1483) κατάφερε να σταθεροποιήσει την εδαφική ενότητα (προσάρτηση της Προβηγκία, της Βουργουνδίας και του Αντζιό). Ο Κάρολος Η΄ (1483-1498) εφάρμοσε επεκτατική πολιτική με τον πόλεμο εναντίον της ισπανικής ηγεμονίας (1494, κάθοδος στην Ιταλία), που συνεχίστηκε με το Λουδοβίκο ΙΒ΄ (1499) με την κατάκτηση του δουκάτου του Μιλάνου και τη μακρά διαμάχη ανάμεσα στον Φραγκίσκο Α΄ και τον Κάρολο Ε΄ (1520-1559) για τις ιταλικές κτήσεις και τη Φλάνδρα, που έληξε με τη συνθήκη του Κατώ- Καμπρέζης (1559) χάρη στην οποία η Γαλλία αποκτούσε το Καλαί, το Μετς, την Τουλ και το Βέρδουν.

Αφού πέρασε η περίοδος των θρησκευτικών πολέμων (1560-1598), η γαλλική μοναρχία, με τον Ερρίκο Ε΄ της Βουρβώνης (1594-1610) και με τον Λουδοβίκο ΙΓ΄ (1610-1643) και μέσω του έργου των μεγάλων πολιτικών (Ρισελιέ, Μαντζαρίνος και Κολμπέρ), σταθεροποίησε τον απολυταρχισμό και την εσωτερική ενότητα, φτάνοντας στο απόγειο με τον Λουδοβίκο ΙΔ΄(1643-1715), η ηγεμονική πολιτική του οποίου, αν και κατάφερε να φτάσει τα φυσικά σύνορα (κατακτώντας την Αλσατία, τμήμα των Κάτω Χωρών την κομητεία του Ροσιλιόν, των Φράγκων και τη Φλάνδρα), να επαναπροσδιορίσει τις διαστάσεις της ηγεμονίας των Ασβούργων (τριαντακονταετής πόλεμος, 1618-1648) και να δημιουργήσει μία αποικιακή αυτοκρατορία (Καναδάς, Λουϊζιάνα, Δυτικές Ινδίες), άφησε τη Γαλλία καταπονημένη και την οικονομία εξαντλημένη.

Η κρίση του απολυταρχισμού, που άρχισε με τον Λουδοβίκο ΙΕ΄(1715-1774), συνέχισε με τον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄(1774-1792) παράλληλα με τη διάδοση των ιδεών των διαφωτιστών και με την αύξηση της επιρροής της αστικής τάξης. Με τη σύγκληση των Γενικών Κρατών το 1789 άρχισε η περίοδος της γαλλικής Επανάστασης (1789-1791, συντακτική Εθνοσυνέλευση, 1791-1792, συνταγματική μοναρχία, 1792, διακήρυξη της Δημοκρατίας, 1793-1794, δικτατορία της Τρομοκρατίας, 1795-1798, πλήγμα του κράτους του Ναπολέοντα).

 

Παρασυρόμενη σε μακροχρόνιους πολέμους εναντίον των ευρωπαϊκών χωρών κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Ναπολέοντα, η Γαλλία, με το Συμβούλιο της Βιέννης (1815), διατήρησε την εδαφική της ακεραιότητα. Η μοναρχία των Μπομπόνι αποκαταστάθηκε με τον Λουδοβίκο ΙΗ΄ (1816-1824) και τον Κάρολο Ι΄ (1824-1830) και καταρρίφθηκε από την επανάσταση του Ιουλίου του 1830, συνέχισε να υπάρχει ως συνταγματική μοναρχία με τον κλάδο της Ορλεάνης (Λουδοβίκος Φίλιππος, 1830-1848).

Ως συνέπεια της επανάστασης του 1848 διακηρύχθηκε η Δεύτερη Δημοκρατία, που, δημοκρατική στην αρχή μετριάστηκε στη συνέχεια, μέσω της εκλογής του Ναπολέοντα Β΄ ως προέδρου και του πλήγματος του κράτους στις 2 Δεκεμβρίου του 1851, οδήγησε στη Δεύτερη Αυτοκρατορία (1852), η πορεία της οποίας στιγματίστηκε από τις συγκρούσεις με τη Ρωσία (μάχη της Κριμαίας, 1854-1856), με την Αυστρία (1859) και με την Πρωσία (1870), στην προσπάθεια να αποκαταστήσει την κεντρικότητα της Γαλλίας στις ισορροπίες της ηπείρου. Η ήττα του Σεντάν (1870) έθεσε τέλος στην Αυτοκρατορία και, μετά την δημοκρατικο-σοσιαλιστική προσπάθεια της Κοινότητας (1871), οδήγησε στη σύνταξη της Τρίτης Δημοκρατίας. Η σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό προχώρησε στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης που υποστηρίχθηκε από τις αποικιακές κτήσεις στην Ασία και την Αφρική.

Με την έξοδό της -χάρη στην ακεραιότητα της οικονομικής της πολιτικής- από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η Γαλλία απέκτησε, με τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1919), την Αλσατία και τη Λορένη. Οι δυσκολίες που δημιουργήθηκαν με την κρίση του ’29 βοήθησαν στη διάρκεια της δεκαετίας του ’30 στην ίδρυση και στην ανάληψη της εξουσίας από το λαϊκό μέτωπο με αρχηγό τον Μπλουμ (1936-1938), που εφάρμοσε μια πολιτική κοινωνικών μεταρρυθμίσεων η οποία διακόπηκε από τη νέα κυβέρνηση του Νταλαντιέ και από την έναρξη του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Το 1939 κήρυξε πόλεμο στη Γερμανία.

Μετά την ήττα του γαλλικού στρατεύματος (1940), ιδρύθηκε η κυβέρνηση συνεργασίας των Πεταίν-Βισύ (1940-1942). Το 1944, μετά την απελευθέρωση (Ιούνιος, απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία, απελευθέρωση του Παρισιού), ιδρύθηκε (το Σεπτέμβριο) η προσωρινή κυβέρνηση, που δημιουργήθηκε από τους εκπροσώπους της επιτροπής της Απελευθέρωσης (που δημιουργήθηκε το 1943 και είχε έδρα στο Αλγέρι υπό την καθοδήγηση του ντε Γκολ) και του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης (υπό μητροπολιτικό έδαφος, 1943). Το 1946 δημιουργήθηκε η Τέταρτη Δημοκρατία, που χαρακτηρίστηκε από την ακραία διάσπαση των πολιτικών δυνάμεων και από μια ενδημική αστάθεια των κυβερνητικών συνασπισμών, που στράφηκαν στους αγώνες ανεξαρτησίας των αποικιακών κρατών (1949-1954, πόλεμος Ινδοκίνας, που έληξε με την αποποίηση εκ μέρους της Γαλλίας, 1956, αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Μαρόκου και της Τυνησίας). Η επιδείνωση του πολέμου στην Αλγερία καθόρισε τη συνταγματική αλλαγή του ντε Γκολ και τη γένεση της Πέμπτης Δημοκρατίας, προεδρικού τύπου (1958). Το 1962 αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Αλγερίας, ενώ ο τονισμός των εθνικιστικών στόχων στην εξωτερική πολιτική οδήγησε στην έξοδο της Γαλλίας από το ΝΑΤΟ και στη δημιουργία ενός αυτόνομου συστήματος πυρηνικής άμυνας.

Στο εσωτερικό, η αντισυνταγματική αμφισβήτηση ξέσπασε το Μάιο του 1968 σε μία βίαιη εξέγερση, την οποία υποστήριξαν φοιτητές και εργάτες και η οποία κατεστάλη με δυσκολία. Τον επόμενο χρόνο ο ντε Γκολ παραιτήθηκε λόγω ενός δημοψηφίσματος δυσμενούς απέναντί του (1969). Τον διαδέχθηκε ο Ζωρζ Πομπιντού, που παρέμεινε πρόεδρος της Δημοκρατίας μέχρι το θάνατό του, τον Απρίλιο του 1974. Το 1974 στις προεδρικές εκλογές αναδείχτηκε ο Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν από την πλειοψηφία της κεντροδεξιάς. Ερχόμενος σύντομα σε σύγκρουση με τους οπαδούς του Συράκ, το 1975 ο Ζισκάρ ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον ανεξάρτητο δημοκρατικό Ρεϊμόν Μπαρ. Το 1978, στις πολιτικές εκλογές, νίκησε πάλι η πλειοψηφία (οι κεντρώοι, οι οπαδοί του ντε Γκολ και οι οπαδοί του Ζισκάρ), αλλά στις προεδρικές εκλογές του Μαΐου του 1981 αναδείχθηκε η αριστερά (που είχε μείνει στην αφάνεια από το 1938) με το σοσιαλιστή Φρανσουά Μιττεράν, τον οποίο υποστήριξαν οι κομμουνιστές. Αυτός εφάρμοσε εθνικιστική πολιτική σε τομείς-κλειδιά της οικονομίας, αλλά οι πολιτικές εκλογές του 1986 επανέφεραν στην κυβέρνηση το συνασπισμό της κεντροδεξιάς, με αρχηγό τον Συράκ. Ακολούθησε μία περίοδος ‘συγκατοίκησης’, προσωρινής δηλαδή συνύπαρξης ενός σοσιαλιστή και ενός συντηρητικού στην κυβέρνηση. Οι προεδρικές εκλογές του 1988 ανέδειξαν τον Μιττεράν και οδήγησαν στην παραίτηση του Συράκ, που αντικαταστάθηκε από το σοσιαλιστή Μισέλ Ροκάρ, τον οποίο διαδέχθηκε το 1991 η Έντιθ Κρεσόν. Το 1992, ως αποτέλεσμα της ήττας στις διοικητικές εκλογές, η Κρεσόν παραιτήθηκε προς όφελος του κομματικού συντρόφου Πιερ Μπερεγκοβύ. Το 1993 νίκησε στις εκλογές η κεντροδεξιά και ανέλαβε την εξουσία ο Εντουάρ Μπαλλαντούρ. Ο Συράκ αναδείχθηκε και πάλι στις εκλογές του 1995, και διόρισε πρωθυπουργό τον Α. Ζουπέ.